διαλογισμούς

διαλογισμός
balancing of accounts
masc acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • άγγελος — I Τη λέξη αυτή χρησιμοποίησαν οι Εβδομήκοντα, οι μεταφραστές της Παλαιάς Διαθήκης, για vα αποδώσουν την εβραϊκή λέξη μαλ ακ που σημαίνει αγγελιαφόρος, υπηρέτης. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, οι α. είναι «αι στρατιαί», η αυλή του Θεού, όντα… …   Dictionary of Greek

  • Ζιροντού, Ζαν — (Jean Giraudoux, Μπελάκ, Oτ Βιεν 1882 – Παρίσι 1944). Γάλλος λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας. Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο και την εγγραφή του στο École Normal Supérieure, πραγματοποίησε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη και στην Αμερική,… …   Dictionary of Greek

  • νεοπυθαγόρεια σχολή — Κίνηση ιδεών που άρχισε στην Αλεξάνδρεια και στη Ρώμη τον 1o αι. π.Χ. και είχε μεγάλη απήχηση στους επόμενους αιώνες. Με το πρόσχημα της αναβίωσης της μυστικής διδασκαλίας του Πυθαγόρα, ο νεοπυθαγορισμός έτεινε μάλλον να τοποθετήσει υπό από την… …   Dictionary of Greek

  • Ντίκινσον, Έμιλι — (Emily Dickinson, Άμερστ, Μασαχουσέτη 1830 – 1886). Αμερικανίδα ποιήτρια. Κόρη ενός αυστηρού πουριτανού δικηγόρου, φοίτησε στην Ακαδημία Άμερστ και κατόρθωσε έπειτα να σταλεί για ένα χρόνο στη γυναικεία σχολή του Σάουθ Χάντλι. Εκτός από σύντομες… …   Dictionary of Greek

  • σωρείτης — ο είδος σύνθετου διαλογισμού που αποτελείται από πολλούς αλληλένδετους απλούς διαλογισμούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.